Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Η επανάκτηση της Πολιτικής

του Pedro Olalla

Η σύντομή μου εισήγηση έχει τίτλο «Η επανάκτηση της Πολιτικής». Εφόσον θέλω να είμαι ευθύς, αποφάσισα να ξεκινήσω από εδώ, διότι είμαι πεπεισμένος ότι είναι τούτη, και όχι άλλη, η αληθινή πρόκληση της εποχής μας. Ας μην εξαπατώμεθα: τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στα αλήθεια αν δεν επανακτήσουμε την πολιτική, αν δεν καταφέρουμε να γίνουμε επιτέλους αληθινοί πολίτες, δηλαδή, συνειδητοί και ενεργοί φορείς της πολιτικής ουσίας της κοινωνίας.

Και έτσι ακριβώς, ως πολίτης και όχι ως επαγγελματίας πολιτικός (που δεν είμαι), θέλω να παρουσιάσω τις σκέψεις μου σε αυτή την Ημερίδα. Ή για να το πω αλλιώς, με τα εύστοχα λόγια του Σωκράτη στον Πρωταγόρα –τον Διάλογο που πραγματεύεται μάλιστα την πολιτική αρετή–, ασχολούμαι με αυτά «ουκ επί τέχνη, αλλ’ επί παιδεία, ως τον ιδιώτην και τον ελεύθερον πρέπει».

Σήμερα αντιμετωπίσουμε ένα μεγάλο πρόβλημα: ότι το τωρινό μας σύστημα αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες και τα θεμελιώδη δικαιώματα του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας. Ζούμε σε τόσο άδικο και άνισο κόσμο, που τα κέρδη πενήντα εταιρειών....
υπερβαίνουν σήμερα το σύνολο του ΑΕΠ 160 χωρών. Σε έναν τόσο απάνθρωπο κόσμο που έχει κάνει την ανισότητα «κινητήρα ανάπτυξης», αφού το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχεται ότι το ΑΕΠ αυξάνεται κατά έναν πόντο όταν η ανισότητα αυξάνεται κατά 1,6. Αυτή η απάτη που ονομάζεται Παγκοσμιοποίηση, τίποτα δεν έχει παγκοσμιοποιήσει παρά την εκμετάλλευση και τη ένδεια. Ούτε καν η πρόσβαση σε πόσιμο νερό δεν έχει παγκοσμιοποιηθεί. Και ούτε το δικαίωμα στην τροφή, στην υγεία, στην αξιοπρεπή κατοικία και εργασία. Δεν έχουν παγκοσμιοποιηθεί η δικαιοσύνη και η παιδεία. Το μόνο πράγμα παγκοσμιοποιημένο στ’ αλήθεια είναι η εκμετάλλευση και η ένδεια. Αυτές είναι παντού: στην Αμερική, στην Ασία, στην Αφρική… Τώρα και στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, εδώ στην Αθήνα, σε αυτή τη γειτονιά του Κεραμικού, πάνω από το εμβληματικό «Δημόσιον Σήμα». Απέναντι σε αυτή τη διεστραμμένη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, πρέπει εμείς να «παγκοσμιοποιήσουμε» την αντίσταση. Σε άλλους καιρούς όχι και τόσο μακρινούς, οι επαναστάσεις γίνονταν ενάντια στις μεγάλες πολιτικές αυτοκρατορίες, επικαλούμενοι την αξιοπρέπεια των λαών. Στον καιρό μας, η πραγματική επανάσταση πρέπει να γίνει ενάντια στη μεγάλη αυτοκρατορία της χρήματο-οικονομικής παγκοσμιοποίησης, επικαλούμενοι, όχι απλώς την αξιοπρέπεια των λαών, αλλά την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου όντος, επικαλούμενοι αυτόν τον κοινό παρονομαστή που πρέπει να μας ενώνει πέρα από συμφέροντα και πιστεύω.

Και γιατί πρέπει να ξεκινήσουμε από την από κοινού οικοδόμηση μιας νέας Ευρώπης; Γιατί η σημερινή έχει αποδείξει επαρκώς ότι δεν κατάφερε να γίνει ένα προοδευτικό και αλληλέγγυο όραμα· και γιατί όσοι απολαμβάνουμε ακόμα περισσότερο από άλλους ελευθερία, ευημερία και πολιτισμό, έχουμε αυτό το ηθικό χρέος προς στην υπόλοιπη ανθρωπότητα. Στην Ευρώπη συμβαίνει τώρα αυτό που, εδώ και δεκαετίες, συμβαίνει και πέρα από τα σύνορά της: ότι εκείνοι που ελέγχουν τη χρηματοπιστωτική εξουσία στον κόσμο οικειοποιούνται όλο και περισσότερα τμήματα της πολιτικής εξουσίας μέσω της δημιουργίας και εκμετάλλευσης του χρέους· πράγμα που πράττουν σε συμπαιγνία με τις κυβερνήσεις μας, και επωφελούμενοι της έλλειψης μιας οργανωμένης και αποτελεσματικής αντίδρασης από τους πολίτες. Αυτό, βεβαίως, είναι πολύ σοβαρό, γιατί όταν οι χρηματο-οικονομικές δυνάμεις θα έχουν κατακτήσει πλήρως την πολιτική εξουσία, η πολιτική ως άσκηση κυριαρχίας θα εξαφανιστεί, η δημοκρατία θα είναι απλώς μια γκροτέσκα χίμαιρα, και, ανεξάρτητα από το ποιος θα κυβερνά, θα είμαστε όλοι σκλάβοι μιας χούφτας μεγιστάνων του χρήματος.

Τα τρία τελευταία χρόνια, η επίσημη φρασεολογία του establishment της Ισπανίας ήταν να επαναλαμβάνει με αβάσιμη ανακούφιση και περιφρόνηση ότι «Εμείς δεν είμαστε Ελλάδα»· τώρα όμως, ενόψει των γεγονότων, αυτή η φρασεολογία δικαιολογείται μόνο λόγω αγνοίας ή συμφεροντολογίας. Μήπως η Ισπανία είναι λιγότερο εξαρτημένη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές από ό,τι είναι η Ελλάδα; Δέχεται η κυβέρνησή της λιγότερες πιέσεις από τις de facto εξουσίες; Μεριμνεί περισσότερο η πολιτική της τάξη για το κοινό συμφέρον; Είναι λιγότερο διεφθαρμένη; Είναι πιο δίκαια εκεί η κατανομή του πλούτου; Είναι λιγότερος ο πληθυσμός που πλήττεται εκεί από την ανεργία και την προχειρότητα; Προσανατολίζεται η πολιτική της σε αμιγώς διαφορετική κατεύθυνση; Δεν απειλούνται η εθνική κυριαρχία, η κοινωνική δικαιοσύνη, το δικαίωμα στην εργασία και στην υγεία; Ή μήπως αυτές οι κατακτήσεις έχουν εδραιωθεί για πάντα;

Όσο κι αν προσπαθήσουν να μας πείσουν ότι πρόκειται για εσωτερικό πρόβλημα, για πρόβλημα οικονομικής φύσεως, για τις επιπτώσεις ενός υπέρογκου δημόσιου τομέα ή για έλλειψη παραγωγικότητας, τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Μπορεί τέτοια προβλήματα να υπάρξουν, αλλά κανένα τους δεν είναι η αιτία αυτής της θλιβερής κατάστασης. Η πραγματική αιτία τούτης της κατάστασης είναι η χρησιμοποίηση της πολιτικής για τη διαφύλαξη ιδιωτικών συμφερόντων. Και απέναντι σε αυτό πρέπει να αντιδράσουμε.

Στην Ισπανία, ξεκίνησε εδώ και δύο χρόνια το κίνημα των Αγανακτισμένων, του οποίου οι διεκδικήσεις εξελίσσονται λίγο-λίγο σε πολιτικής πράξεις: πλατφόρμες ενάντια στις εξώσεις, ενάντια στις αυθαιρεσίες του τραπεζικού συστήματος, ενάντια στα συμφέροντα των , ενάντια στη διαφθορά των πολιτικών. Υπάρχει επίσης μια κατακραυγή που ζητά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, και όλο και περισσότερο, ακούγονται φωνές που απαιτούν την αλλαγή Συντάγματος.

Η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει σήμερα δύο μεγάλες προκλήσεις: να εξασφαλίσει μια καλύτερη κατανομή του πλούτου και μια καλύτερη κατανομή της εξουσίας· και όλως παραδόξως, κανένα μέτρο από όσα παίρνουν σήμερα οι κυβερνήσεις μας δεν αποσκοπεί σε τέτοιους στόχους. Για αυτό, οι πολίτες της Ευρώπης πρέπει να αποφασίσουμε αν θα αρχίσουμε επιτέλους να αγωνιζόμαστε για το κοινό καλό ή θα εξακολουθήσουμε να υπηρετούμε συμφέροντα. Πρέπει να καταλάβουμε ότι πολλά αξιόλογα κληροδοτήματα του ελληνικού πνεύματος διακυβεύονται σήμερα στον τόπο μας διότι εξακολουθούν να είναι επαναστατικά: η πολιτική, η ισονομία, η παρρησία, η σεισάχθεια, η παιδεία, η ίδια η δημοκρατία. Παρόλο που μας το παρουσιάζουν συνέχεια ως απειλή, η δημοκρατία στον κόσμο δεν κινδυνεύει από τις ακρότητες των ολίγων: κινδυνεύει κυρίως από τη χλιαρότητα των πολλών, από την αδιαφορία των πολλών, και από την αποξένωση και αποστασιοποίηση των πολλών. Και όμως σε αυτό μας παροτρύνει το κατεστημένο, καταδικάζοντας τους «ακτιβιστές» και τους «ριζοσπάστες» και δείχνοντας απέραντη επιείκεια στους αμέτρητους απαθείς. Στις μέρες μας, η πολιτική έχει απαξιωθεί, έχει γίνει ιδιωτική υπόθεση, όπου κάποια πλέγματα συμφερόντων εξαθλιώνουν λαούς με τη συνέργια των κυβερνήσεών τους και στόχο το κέρδος. Ενώ οι πραγματικά αξιόλογοι δεν ασχολούνται, και αυτό είναι ένα είδος καρκίνου για τη Δημοκρατία. Διότι, ας μην το ξεχνάμε, η Δημοκρατία είναι εξ ορισμού ένα πολίτευμα που βασίζεται στην πολιτική αρετή των πολιτών, και χωρίς αυτή στερείται βάσεως. Η Δημοκρατία χρειάζεται «δήμο», έναν λαό ελεύθερο, ενεργό, υπεύθυνο, με συνείδηση της αξιοπρέπειάς του και αποφασισμένο να την ασκήσει. Και πού βρίσκεται σήμερα τούτος ο «δήμος»;

Με την πιο αυστηρή έννοια, Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ και μάλλον δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Αλλά ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: οι σημερινές δημοκρατίες τίποτα δεν έχουν να κάνουν με εκείνο το ριζοσπαστικό και επαναστατικό όραμα που κάποτε υπήρξε εδώ στην Αθήνα. Τότε, δεν υπήρχε σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών: οι πολίτες ήταν η κυβέρνηση. Η τελική απόφαση δεν ήταν σε χέρια εκπροσώπων και ηγετών, αλλά στο σύνολο των πολιτών. Δεν υπήρχαν κόμματα με ιεραρχικές δομές, κλειστά ψηφοδέλτια, πειθαρχία ψήφου και αχυρανθρώπους στην υπηρεσία συμφερόντων· υπήρχε μια ευρεία εκκλησία, που δεν είχε χώρο για μαριονέτες και που όριζε συνεχώς το κοινό καλό. Τότε δεν υπήρχε επαγγελματοποίηση της πολιτικής ούτε βόλεμα στα αξιώματα, αλλά ενασχόληση όλων με τα κοινά για ορισμένο χρονικό διάστημα. Τότε δεν υπήρχαν εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια και λιγοστά και μη δεσμευτικά δημοψηφίσματα, αλλά συνεχής συμμετοχή του λαού στη λήψη αποφάσεων. Τότε υπήρχε η «γραφή παρανόμων» για την απαίτηση ευθυνών για τις αποφάσεις που αποδεικνύονταν επιζήμιες για την πόλη· σήμερα έχουμε την «κοινοβουλευτική ασυλία» για να συγκαλύψουμε την ανευθυνότητα. Και το πιο σημαντικό: εκείνα τα χρόνια, όλοι οι πολίτες είχαν πολιτική εμπειρία: ο καθένας μπορούσε να προεδρεύσει της Εκκλησίας [για μια μέρα και με κλήρωση], μπορούσε να γίνει μέλος της Βουλής [για ένα χρόνο, ή δύο μη συνεχόμενα], να εκτελέσει δημόσιες λειτουργίες [με κλήρωση], να γίνει αγορανόμος [για ένα χρόνο], μέλος στα δικαστήρια [με κλήρωση], έφορος, άρχοντας ή στρατηγός εφόσον εκλεγόταν, και βεβαίως, μέλος της Εκκλησίας του Δήμου όσες φορές θελήσει. Τι περιθώριο επιφυλάσσουν σήμερα οι ελαττωματικές δημοκρατίες μας για τη συμμετοχή του πολίτη στην πολιτική;

Αν κάτι μας έχει μάθει αυτή η «κρίση» είναι ότι οι πολίτες καλούμεθα να επανακτήσουμε την Πολιτική. Διότι οι δημοκρατίες μας χρειάζονται επειγόντως βαθιές δομικές αλλαγές, διότι τα προβλήματα που μας πλήττουν χρήζουν πολιτικών λύσεων, και διότι τέτοιες λύσεις και τέτοιες αλλαγές δεν πρόκειται να έρθουν ποτέ από τις κορυφές, απλώς και μόνο επειδή είναι ενάντια στα συμφέροντά τους. Για να πετύχουμε λοιπόν μια καλύτερη κατανομή της εξουσίας και του πλούτου, που η ανθρωπότητα χρειάζεται επειγόντως, δύο πράγματα οφείλουμε να κάνουμε: να οικοδομήσουμε την κοινωνία πολιτών και να επανακτήσουμε την πολιτική· και αυτοί οι δύο στόχοι δεν θα επιτευχθούν ποτέ δίχως ανθρωπιστικές βάσεις.

Ας μην κοροϊδευόμαστε.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες, αν όντως υπάρξουμε, πρέπει να οργανωθούμε επιτέλους σε ένα κοινό μέτωπο ενάντια στην κατάχρηση εξουσίας, να αγωνιστούμε ενάντια στην αδικία και την άγνοια αντί να τις υπομένουμε ή ενίοτε να τις εκμεταλλευόμαστε. Για να αποτραπεί με ειρηνικές διαδικασίες αυτή η κατάσταση αυθαιρεσίας και απάτης, πρέπει να είμαστε πολλοί και να ενεργούμε οργανωμένα. Με ξεκάθαρες ιδέες και κοινές ρητές διεκδικήσεις. Μόνον έτσι θα καταφέρουμε να αφαιρέσουμε τη νομιμότητα από αυτούς που ακόμα οχυρώνονται με τις πολιτικές τους πίσω από τον ισχυρισμό ότι είναι «οι νόμιμοι δημοκρατικοί εκπρόσωποι» και από το ψευδολόγημα ότι «κυβερνούν για το κοινό συμφέρον». Κατά την κρίση μου, η κοινωνία μας χρειάζεται να γίνει πιο ριζοσπαστική, αλλά πιο δημοκρατικά ριζοσπαστική, διότι δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι, στις μέρες μας, η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι ένα ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό όραμα, ακριβώς όπως ήταν και στις απαρχές της.

Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν μεστό πολιτικό λόγο ως εναλλακτική στο σόφισμα του «μονόδρομου». Πρέπει να γίνουν πολλά: σχεδόν τα πάντα. Από το να συντάξουμε νέα συντάγματα, μέχρι και να αλλάξουμε τις παραμέτρους για τον υπολογισμό του ΑΕΠ των χωρών και της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Από το να επινοήσουμε μηχανισμούς για τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, μέχρι και να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το χρήμα και χρηματοδοτούνται τα κράτη. Από το να καταργήσουμε τις κερδοσκοπικές αγορές, μέχρι και να θεσπίσουμε «εισοδήματα του πολίτη» και «δημοκρατικές προίκες». Από την χάραξη νέων διαύλων για την τακτική πρόταση νομοθετικών πρωτοβουλιών, μέχρι και τη δημιουργία σωμάτων πολιτών για την επίβλεψη των κυβερνήσεων. Μόνο έτσι, επανακτώντας την πολιτική, μπορούμε να ευελπιστούμε σε βαθιές αλλαγές.

Και θα ήθελα να κλείσω με μια προειδοποίηση. Αν δεν κάνουμε τίποτα από όλα αυτά, μία καλή μέρα της χρονιάς που μας έρχεται ή και της επόμενης, θα μας πληροφορήσουν ότι η κρίση τελείωσε. Θα ανοίξουν τη βρύση του δανεισμού οι ίδιοι που την έκλεισαν πριν και θα πάρουν εμπρός πάλι τα γρανάζια της οικονομίας. Πολλοί θα χαμογελάσουν με ανακούφιση, θα θεωρήσουν ορθά τα σημερινά μέτρα και θα μας κατακρίνουν για την καχυποψία μας προς το κατεστημένο. Μία καλή μέρα, όταν η εργασία θα είναι τόσο φθηνή που μόλις που θα επηρεάσει την τελική τιμή του προϊόντος, όταν το δικαίωμα στην υγεία θα είναι είδος πολυτελείας, όταν η παιδεία θα είναι ταξικό προνόμιο, όταν λεγεώνες ανθρώπων θα είναι διατεθειμένες για όλα αντί πινακίου φακής, όταν ο πλούτος που όλοι μας παράγουμε θα είναι ιδιοκτησία ολίγων, όταν γη και ύδωρ θα έχουν καινούργιο αφέντη, όταν καταφέρουν να εξουδετερώσουν κάθε μορφή αλληλεγγύης και να μας καταντήσουν πληροφοριοδότες, υπάκουους και δειλούς, όταν η δημοκρατία δεν θα είναι παρά «καπνού σκιά», τότε η κρίση θα έχει τελειώσει. Και δεν θα έχουν κερδίσει ποτέ τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο.

Ευχαριστώ πολύ.

Το παραπάνω κείμενο είναι η εισήγηση του συγγραφέα-ελληνιστή Pedro Olalla στην Ημερίδα για το Νέο Σύνταγμα (Αθήνα, 8 Ιουνίου 2013).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδή πιστεύουμε στη δύναμη του διαλόγου, αλλά όχι στην εμπαθή και στείρα αντιπαράθεση, διατηρούμε το δικαίωμά του να μην αναρτούνται σχόλια που είναι υβριστικά ή άσχετα με το άρθρο, που περιέχουν προσωπικά δεδομένα των αρθρογράφων ή έχουν σκοπό την διαφήμιση και την προβολή προϊόντων.

Παρακαλούμε να χρησιμοποιείτε Ελληνικά και όχι greeklish ακόμα κι αν "φοβάστε" για την ορθογραφία σας.